ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ
Αριθμός Ταύτισης Αντικειμένου: 122/β
Ταξινόμηση: ενδυμασία, ένδυμα, σακάκι
Τυπολογία: νησιώτικο
Όνομα / Χαρακτηρισμός: κοντογούνι
Τοπικό ή άλλο όνομα: Κοντογούν’ κοντογνάκ’ ή  τζάκα

Μέρος συνόλου: όχι
Αυθεντικό: ναι

ΦΥΣΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Διαστάσεις: Μήκος: 39 εκ. Πλάτος : 39 εκ. 
Συντήρηση: όχι

ΠεριγραφήΚοντογούν΄ ή  τζάκα κατφεδένια, δηλαδή από  βελούδο, χρώματος μαύρου. Το κοντογούνι (ένα είδος ζακέτας βελούδινης συνήθως, σπανιότερα γινόταν και από μετάξι με κοντό όρθιο γιακά), είχε φυσικά μακριά μανίκια και αρχικά ήταν φοδραρισμένο με σατέν, πολύ παλιότερα τους χειμερινούς μήνες φτιάχονταν από σαγιάκ  ή σκουτί , μάλλινο ύφασμα του αργαλειού ή σπανιότερα είχε γούνινη επένδυση. Μπροστά στο στήθος ήταν ανοιχτό, σε τρόπο που να φαίνεται ο κορμάς του φουστανιού ή η κεντημένη τραχηλιά. Συνήθως ήταν χρώματος μπλε, γκρενά ή μαύρο. 
Κύριο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου εικονιζόμενου κοντογονιού είναι η πλούσια αρματωσιά του, που ήταν συνθεμένη με πολλά και ποικίλα κεντίδια, με δαντέλες, με σιρίτια και μεταξωτά κορδονέτα που σκεπάζουν τα μανίκια, μήκους 44 εκ. και άνοιγμα 12 εκ.,  και τις παρυφές του, σχηματίζοντας δύο τριγωνικά μοτίβα. Φέρει παπαδίστικο γιακά, με βελουδένιο άνοιγμα γαϊτάνι, με φινίρισμα μαύρη δαντέλα σε δύο σειρές του εμπορίου, σε ζικ ζακ . Τα μανίκια, μήκους 45 εκ. με άνοιγμα 11 εκ. στολίζονται με την ίδια δαντέλα, χρώματος μαύρου. Το ένδυμα είναι φοδραρισμένο με μαύρο βαμβακερό σατέν.
Να τονιστεί ότι το κοντογούνι ή τζάκα αποτελεί, από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, μετεξέλιξη του αλιμπαντέ, το κοντό δηλαδή σακάκι που φοριόταν αρχικά πάνω από το φουστάνι, ανοιχτόχρωμο ριγωτό από αλατζά (μαλλομέταξο ύφασμα που κατασκευαζόταν στην Μακρινίτσα του Πηλίου και σε μερικές πολίχνες της Θεσσαλίας (Ραψάνη, Σελίτσανη κλπ). Ο αλιμπαντές ήταν φοδραρισμένος με βαμβακερό ύφασμα και είχε μανίκια πολύ μακριά, «μιάμιση φορά από το μήκος του χεριού». Το κάτω μέρος τους, το απομάνικο ήταν σκιστό στη μία του ραφή και διπλό. Διπλωνόταν και η άκρη του έφτανε περίπου στους αγκώνες. 
Υπενθυμίζεται ότι η  γυναικεία φορεσιά του Πηλίου εξελίχτηκε αργά στο πέρασμα του χρόνου με πιθανές περιόδους στασιμότητας (Κ. Μακρής: 233). Περί τα τέλη του 19ου αιώνα  πλησίασε τον τύπο της φορεσιάς Αμαλίας, που έτεινε να γίνει πανελλήνια. Οι απεικονίσεις της από τους περιηγητές συχνά αυθαιρετούν, δίνοντας ρομαντικές αναπαραστάσεις. Οι λαϊκές και λόγιες απεικονίσεις, παρά την αφαίρεση και τη σχηματοποίηση προσφέρουν πολλά στοιχεία από τις εξελικτικές της φάσεις.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
Υλικό
: βαμβάκι, βελούδο (αντικείμενο), 
Τεχνικέςυφαντό βιομηχανικό, επίρραπτη (αντικείμενο)
Κατασκευαστής: γυναίκες του Πηλίου
Χρόνος κατασκευής: αρχές 20ού αιώνα
Χώρα: Ελλάδα. Γεωγραφικό διαμέρισμα: Μαγνησία, Πήλιο, Λαύκος. Ευρύτερη περιοχή: Θεσσαλία

ΧΡΗΣΗ
Χρήστης: γυναίκα
Ηλικία: ηλικιωμένη
Κοινωνική ηλικία: –
Πληθυσμιακή / πολιτισμική / εθνοτική ομάδα: –
Περίοδος χρήσης: –
Χρόνος χρήσης: αρχές 20ου αιώνα
Περίσταση χρήσης: γιορτινή
Σκοπός χρήσης: –
Τοποθεσία χρήσηςΧώρα: Ελλάδα. Γεωγραφικό Διαμέρισμα: Μαγνησία, Πήλιο, Λαύκος. Ευρύτερη περιοχή: Θεσσαλία

ΑΠΟΚΤΗΣΗ
Τρόπος απόκτησης: δωρεά
Προκάτοχος: Μαρία Μαλαθούνη-Θεόδωρος Κόφφας
Πιθανή χρονολογία απόκτησης: 1911

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
– Α. Καπουρνιώτη, Κ. Τσαλαπάτα,  Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου, Ημερολόγιο 2004, σ.13-15. 
– Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της επαρχίας του Βόλου και της Αγιάς,  εκδ. 20ός αιώνας,  Αθήνα 1960, σ. 514-619.
– Λεύκωμα Ελληνικών Ενδυμασιών Μουσείου Μπενάκη, τόμος Α΄ Αθήνα 1948, πίν. 28.
– Κώστα Λιάπη «Η παλιά παραδοσιακή φορεσιά στον Αϊ-Γιώργη Νηλείας (Πηλίου)», ανάτυπο, Θ΄τόμος, Αρχείον Θεσσαλικών Μελετών, ΕΘΕ, Βόλος 1991.
– Κίτσου Μακρή, Η  λαϊκή τέχνη του Πηλίου, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1976, σ. 233-236-237, 240-245. 
– Κίτσου Μακρή, Πηλιορείτικες φορεσιές, Βόλος 1949. 
Αθ. Ταρσούλη, Ελληνικές Φορεσιές, 4ος Φάκελος, Αθήνα 1941, αρ.18 και 19. 
– Ψηφιακά Αρχεία: https://promirion.wordpress.com/laografika και huffingtonpost.gr

Ερευνητής: Άσπα Καπουρνιώτη, Νίκος Τσιμπλάκης
Ημερομηνία: 9/4/2024