You are currently viewing Επανεκδόθηκε το   βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών βιβλίο  του ευεργέτη του Λ.Ε.Β.,  Γ. Γκέκου,  με τίτλο «Η Επιστροφή 1822/1823»

Επανεκδόθηκε το βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών βιβλίο του ευεργέτη του Λ.Ε.Β., Γ. Γκέκου, με τίτλο «Η Επιστροφή 1822/1823»

Κυκλοφόρησε εδώ και καιρό η νέα εμπλουτισμένη έκδοση «Η Επιστροφή 1822/1823. Αγωνιστές του Α. Υψηλάντη στον δρόμο για την Ελλάδα», του φίλου βολιώτη, ομότιμου  καθηγητή  του  Πολυτεχνείου της Ζυρίχης και ιστορικού ερευνητή  Γιώργου Γκέκου. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα  ξεχωριστή έκδοση του γνωστού οίκου Καπόν, η οποία πρωτοκυκλοφόρησε το 2019 και το 2020 τιμήθηκε  με το Βραβείο Ανδρέα Πετροπούλου της Ακαδημίας Αθηνών.  Για τον φιλελληνισμό των Ελβετών και την αρωγή τους στην Επανάσταση του 1821, στους κοινούς ιστορικούς δεσμούς με την Ελλάδα, τη φοίτηση των Ελλήνων σπουδαστών στο ΕΤΗ της Ζυρίχης και άλλα συναφή, έχει αναφερθεί ο Γιώργος Γκέκος, σε προηγούμενα βιβλία του.

Πρόκειται για μια συναρπαστική ιστορική  μονογραφία (216 σελίδες),  που συμπληρώνει ένα κενό στην βιβλιογραφία σχετικά με την ιστορία των αγωνιστών του Αλέξανδρου Υψηλάντη, που επιβίωσαν  μετά την ολέθρια ήττα της επανάστασης του 1821 στην Μολδοβλαχία.  Παρά την αποτυχία της,  οι συνέπειές της αξιολογούνται θετικά, καθώς χάρις σε αυτή κινητοποιήθηκε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, υπήρξε διεθνής συγκίνηση για τη θυσία των ανδρών του Ιερού Λόχου και ευνοήθηκε σε έναν βαθμό η εξέγερση στην υπόλοιπη Ελλάδα. Είναι δε γνωστό, ότι όταν ο Υψηλάντης εγκατέλειψε τον αγώνα, ο στρατός σκόρπισε.

Από τη στιγμή που κλείνει το κεφάλαιο της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, δεν γνωρίζαμε έως τώρα, ποια ήταν η μοίρα των ανώνυμων στρατιωτών του Υψηλάντη.  Πώς βρήκαν τρόπο  να επιστρέψουν οι αγωνιστές που έγιναν φυγάδες στην Ελλάδα για να συνεχίσουν τον Αγώνα; Εκεί ακριβώς εστιάζεται το ερευνητικό ενδιαφέρον του Γ. Γκέκου, οποίος μετά από ενδελεχή έρευνα σε πολυάριθμες ελβετικές και γερμανικές πηγές, μουσεία, πρωτόλεια ντοκουμέντα και δημοσιεύματα της εποχής καταφέρνει να συγκροτήσει έναν ικανό πυρήνα για να  φωτίσει  στη συνέχεια τη σκοτεινή αυτή  ιστορική  πτυχή, εντελώς άγνωστη, η οποία εν τάχει έχει ως εξής:

Oι διασωθέντες από τις φονικές μάχες αγωνιστές  μόνοι ή κατά ομάδες, φοβούμενοι τα τουρκικά αντίποινα αποφάσισαν το ταξίδι της επιστροφής. Οι επιλογές της διαδρομής τους, μακριά από περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας -και αφότου η Αυστρία είχε κλείσει τα σύνορα στους Έλληνες-  ήταν περιορισμένες. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στην Οδησσό, δυναμική τότε ρωσική πόλη με ακμαία ελληνική κοινότητα. Αλλά και στην πόλη Κισινάου, όπου ζούσε τότε ο μεγάλος ποιητής Αλέξανδρος Πούσκιν (1799-1837), ένθερμος υποστηρικτής της Ελλάδας. Μετά από ένα περίπου χρόνο διαμονής τους εκεί,  οι περισσότεροι, γύρω στους 1.000 με 1.500, αποφασίζουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους, αφού οι ρωσικές αρχές τους εφοδίασαν με ρωσικά διαβατήρια.  Έτσι,  το φθινόπωρο του 1822,   ξεκινούν τη δραματική τους πορεία προς την Μασσαλία, για να επιβιβαστούν σε πλοία και να περάσουν στην Ελλάδα. Η διαδρομή τους ήταν: Οδησσός, Βαρσοβία, Δρέσδη, Λειψία, Φρανκφούρτη, Ντάρμσταντ, Στουγκάρδη. Ζυρίχη, Γενεύη. Λυών, Μασσαλία.

Ο Γ. Γκέκος με νέα στοιχεία της έρευνάς του αναπαριστά την εποχή και εισάγει τον αναγνώστη με πλήθος στοιχείων στο κλίμα της,  περιγράφοντας πώς οι φυγάδες, εκτεθειμένοι στο άγνωστο και στον βαρύ χειμώνα,  διασχίζουν ρωσικές περιοχές και φθάνουν στην Πολωνία αποδεκατισμένοι από λιμούς και κακουχίες. Όσοι επέζησαν,  πέρασαν στην Γερμανία και από εκεί στη μικρή και φτωχή  τότε Ελβετία. Ρακένδυτοι, εξαθλιωμένοι και πεινασμένοι,  είχαν απομείνει μόνον 160 άτομα από χιλιάδες που είχαν ξεκινήσει (άγνωστο πόσοι ακριβώς)  βρήκαν συγκινητική υποδοχή από τους Ελβετούς, οι οποίοι τρέφουν απεριόριστο σεβασμό στην Ελλάδα και το αρχαιοελληνικό πνεύμα. Οι φυγάδες φιλοξενήθηκαν σε πανδοχεία, στρατώνες, κοινοτικούς χώρους και σπίτια  29 πόλεων και χωριών, με πλήρη  σίτιση, ρουχισμό, ιατρική περίθαλψη, ακόμη και χρήματα.  Εκεί, η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων τους καθηλώνει για μήνες, ενώ η Γαλλία τους κλείνει το δρόμο. Οι Ελβετοί, μετρώντας πάνω από 100 φιλελληνικούς συλλόγους τους συμπαρίστανται καθολικά. Το ίδιο η Εκκλησία,   ο Τύπος και η διανόηση της εποχής.  Για όλα αυτά αναφέρεται λεπτομερώς, σε σπάνια χειρόγραφη μαρτυρία του, ο πρύτανης,  Johann Conrad Troll,  με τίτλο «Οι Έλληνες πρόσφυγες του 1822», περιγράφοντας την παραμονή των Ελλήνων στο καντόνι Βίντερτουρ: «Γενικά, υπήρξε στην αρχή η αίσθηση ότι το καραβάνι των Ελλήνων φυγάδων δεν ήταν παρά ένα πέρασμα σπάνιων αποδηματικών πτηνών, που θα έφευγαν γρήγορα στον ορίζοντα και δεν θα επέστρεφαν. Κανείς δεν περίμενε ότι οι πρόσφυγες θα γίνονταν τα θετά μας παιδιά για μισό χρόνο…». Ενώ για την αίσθηση του καθήκοντος προς τον άνθρωπο σημειώνει: «Ήταν μια δυνατή φωνή που ξεπήδησε για βοήθεια από τους φιλελληνικούς συλλόγους, που αντήχησε σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Ήταν σάλπιγγες που καλούσαν, απόδειξη ότι το αίσθημα της βοήθειας προς τον πλησίον είναι βαθιά ριζωμένο σε κάθε ανθρώπινη ψυχή και ότι το μόνο που χρειάζεται είναι η απαιτούμενη ώθηση για να έρθει και πάλι με νέα δύναμη στην επιφάνεια…».  Kαι ο ίδιος,  αλλού: «Ο φιλελληνικός μας σύλλογος έβαλε σε εφαρμογή το σύστημα «ελληνικό σελίνι», που υποστηρίχθηκε από εβδομαδιαίες συνεισφορές κυρίως από την τάξη των εργατών και των υπαλλήλων. Οργανώθηκαν ελληνικά γραφεία, ελληνικοί κουμπαράδες, ελληνικοί κατάλογοι δωρητών για τα οποία υπεύθυνοι ήταν επώνυμοι Ελβετοί, (ακολουθούν ονόματα).